Επαγγέλματα που χάθηκαν στο χρόνο.

Ο παγωτατζής!

Ο παγωτατζής με το άσπρο καπελάκι και την άσπρη ποδιά του ήταν γραφικός, ευχάριστος, και ο πιο αγαπημένος πλανόδιος μικροπωλητής για τα παιδιά. Την πρώτη εμφάνισή του την έκανε την Άνοιξη, τις μέρες του Πάσχα και σταματούσε το φθινόπωρο με την εμφάνιση των καστανάδων, αν και οι περισσότεροι από αυτούς ήταν οι ίδιοι, διότι έκαναν παράλληλα και δεύτερο εποχιακό επάγγελμα. Το παλιό καροτσάκι του παγωτατζή ήταν σωστό κομψοτέχνημα , με το ωραίο σκέπαστρο, τις παραστατικές ζωγραφιές και τα διάφορα σχέδια που κοσμούσαν τις πλευρές του. Με το τρίτροχο ποδήλατο ή το μηχανοκίνητο καροτσάκι έκανε την εμφάνισή του και διαλαλούσε το παγωτό του όπου σύχναζε πολύς κόσμος.


Ο σφουγγαράς.

Σφουγγαράδες έμποροι έξω από το κατάστημα

Σφουγγαράδες έμποροι έξω από το κατάστημα «Αφοι Λαμπρόπουλοι» αρχές δεκαετίας 1960.

Καλύμνιοι σφουγγαράδες. Οι ήρωες των βυθών !
Η Κάλυμνος έχει αποκτήσει παγκόσμια φήμη ως τόπος δυτών και σφουγγαράδων. Για τους ντόπιους το κυνήγι των σφουγγαριών ήταν πηγή βιοπορισμού∙ μια «επικίνδυνη αποστολή», που μόνο οι ικανοί και τολμηροί μπορούσαν να βγάλουν εις πέρας.
Η μακραίωνη παράδοση της σπογγαλιείας καθόρισε την ταυτότητα του νησιού και συνέβαλε σημαντικά στην οικονομική ευημερία των κατοίκων της. Οι δραστήριοι Καλύμνιοι έμποροι πουλούσαν την πολύτιμη σοδειά αρχίζοντας από τη Σύρο, το Ναύπλιο, την Κωνσταντινούπολη για να φτάσουν μέχρι την Οδησσό, την Πετρούπολη, τη Μόσχα, την Τεργέστη, τη Μέση Ανατολή.

Μέθοδοι κατάδυσης.

Από ιστορικές πηγές του 1800 πληροφορούμαστε για τα «ταξίδια ζωής ή θανάτου» των τολμηρών σφουγγαράδων, που αρχές της άνοιξης, με λίγες προμήθειες και μόνο εφόδιο την αντοχή της αναπνοής τους, ξεκινούσαν για να ψαρέψουν σφουγγάρια. Ήταν οι θρυλικοί γυμνοί δύτες, που βουτούσαν σε βάθος μέχρι και 30 μέτρων ζωσμένοι με μια βαριά σκανδαλόπετρα – ένα κομμάτι μαρμάρου που τους βοηθούσε να καταδυθούν γρήγορα και βαθιά. Το φθινόπωρο, όταν η κρύα θάλασσα δεν επέτρεπε την κατάδυση, επέστρεφαν στο νησί που τους περίμενε με δάκρια συγκίνησης και χαράς.
Κατά τη δεκαετία του 1860 εφαρμόστηκε μια νέα – επαναστατική για τα χρόνια εκείνα – μέθοδος κατάδυσης, το σκάφανδρο ή φόρεμα. Με το σύστημα αυτό, ο δύτης έφερε πλήρη ενδυμασία (στολή, περικεφαλαία σκάφανδρου, χάλκινο θώρακα, παπούτσια, βαρίδια στο στήθος), που του επέτρεπε την παραμονή στο βυθό για πολύ περισσότερη ώρα. Κατά τη διάρκεια της κατάδυσης, μια χειροκίνητη αεραντλία με έμβολα έστελνε μέσω ενός σωλήνα, που ονομαζόταν μαρκούτσι, φυσικό αέρα στην περικεφαλαία του δύτη. Όσο αποτελεσματική ήταν η μέθοδος αυτή, άλλο τόσο αποδείχτηκε και επικίνδυνη καταγράφοντας χιλιάδες θανάτους και παραλύσεις (νόσος των δυτών), λόγω της άγνοιας των κανόνων κατάδυσης – κυρίως στο στάδιο της ανάδυσης – από τους δύτες.
Στα 1920 υιοθετήθηκε ένας νέος αναπνευστικός μηχανισμός, η μέθοδος Φερνέζ, χάρη στην οποία ελαττώθηκαν τα ατυχήματα. Τα πλεονεκτήματα του μηχανισμού ήταν: η χρήση μικρού αερόσακου φορεμένου στην πλάτη του δύτη που του εξασφάλιζε ομαλή ροή αέρα, η κατάργηση της βαριάς στολής και ο ελαφρύς σωλήνας τροφοδοσίας αέρα.
Τη δεκαετία του 1970 όλες οι παλαιότερες μέθοδοι κατάδυσης αντικαταστάθηκαν από το σύγχρονο σύστημα του ναργιλέ, όπου ο δύτης φορά στολή βατραχανθρώπου και ένας αεροσυμπιεστής του παρέχει αέρα από το σκάφος. Παράλληλα, οι δύτες εκπαιδεύονται στην Κρατική Σχολή Δυτών της Καλύμνου – μοναδική στο είδος της στην Ελλάδα – που τους παρέχει κρατικό επαγγελματικό δίπλωμα δύτη.

Βίρα τις άγκυρες.

Η μέρα της αναχώρησης ήταν δύσκολη και φορτισμένη από έντονα συναισθήματα. Μανάδες, γυναικόπαιδα, ηλικιωμένοι σφουγγαράδες μαζεύονταν στο λιμάνι για να αποχαιρετήσουν τους δικούς τους ανθρώπους. Τα καΐκια σαλπάρανε και ο ορίζοντας γέμιζε από άσπρα μαντήλια του αποχαιρετισμού και ευχές για καλό ταξίδι.
Ο στόλος των σκαφών ήταν προσαρμοσμένος στις εκάστοτε ανάγκες των εφαρμοζόμενων σπογγαλιευτικών μεθόδων. Τις σκάφες, τα καΐκια δηλαδή που χρησιμοποιούσαν οι «γυμνοί δύτες» διαδέχτηκαν οι αχταρμάδες ή μηχανοκάικα, η γυαλάδικη βάρκα, η καγκάβα, το ντεπόζιτο, το μπακέτο.
Ο «βούτος» για σφουγγάρια γνώρισε τεράστια άνθηση στα μέσα του 19ου μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα. Αξιόλογος αλιευτικός στόλος αναπτύχθηκε σε όλα τα Δωδεκάνησα (πρωτίστως, όμως, στη Σύμη και την Κάλυμνο), αλλά και στην Αίγινα, την Ύδρα, την Πάρο, τη Χαλκίδα, το νησί Κούταλη της θάλασσας του Μαρμαρά… Κόντρα στα μανιασμένα κύματα, τους αέρηδες, τις ξέρες και τις κακοτοπιές των ακτών, οι σφουγγαράδες «κουρσεύουν» τα βαθιά αιγαιοπελαγίτικα νερά, τα αλιευτικά πεδία της Μεσογείου και της Βόρειας Αφρικής.

Πηγή : visitgreece.gr.


Ο τσαγκάρης

Ο Τσαγκάρης.

Ο τσαγκάρης της δεκαετίας του 70 ήταν χωμένος σε ένα σωρό από παπούτσια και η δουλειά του ήταν πραγματική τέχνη! Δεν υπάρχει σήμερα γιατί τα παπούτσια μας δεν χρειάζονται … παρα μόνο καινούργια τακούνια. Τότε όμως έκανε τα πάντα! Ανοιγε τα στενά με τα καλαπόδια του, άλλαζε χρώματα, έραβε τα ανοιγμένα και γενικά επιδιόρθωνε τα πάντα μια και πριν πετάξουμε τα παπούτσια μας … πάντα τα πηγαίναμε στον τσαγκάρη !!!


Ο πραματευτής.

120396

Κουβαρίστρες, βελονάκια,
ψιλολόγια ένα σωρό
πήρα δρόμους και σοκάκια
την αγάπη μου να βρω.

Σε μια γειτονιά
είχα μια αγαπητικιά
δέκα χρόνια πάνε τώρα
που δεν την ξανάδα πια.

Μαντηλάκια, τσιμπιδάκια,
πραματιές πολλώ λογιώ
τον πλανόδιο θα κάνω
ίσως και την ξαναβρώ.

Χώρες και χωριά
σαν τα έρημα πουλιά
θα γυρίζω αχ να φωνάζω
την δική μου καταντιά.

Μιας αγάπης το χατίρι
μ’ έκανε τραγουδιστή
και ζητιάνο αχ και διαβάτη
και φτωχό πραματευτή.

Πέστε μου κυρές
παντρεμένες γριές και νιες
η δική μου αγάπη που `ναι
και χαλάλι οι πραματιές.


Η μοδίστρα.

Η μοδίστρα.

Το επάγγελμα της μοδίστρας που ερχόταν στο σπίτι για να μας «ράψει» μπορεί να χάθηκε στο χρόνο αλλά έχει αφήσει αναμνήσεις που συμπληρώνουν τα παιδικά μας χρόνια. Ας ξαναθυμηθούμε …

Ερχόταν για να ράψει τα βαριά ή τα καλά μας ρούχα για τις γιορτές και απαραίτητη προϋπόθεση ήταν να …πιάνουν τα χέρια της. Τα καθημερινά μας τα κατάφερναν η γιαγιά και η μαμά που με τη βοήθεια της ποδοκίνητης ή χειροκίνητης ραπτομηχανής γέμιζαν τη ντουλάπα με ρουχαλάκια που είχαν πάνω τη σφραγίδα της φροντίδας και της αγάπης μια και ήταν φτιαγμένα από τα χεράκια τους.
Με τη μοδίστρα όμως τα πράγματα είχαν ένα αέρα …επίσημο.
Αγοράζαμε υφάσματα, φόδρες, κουμπιά, φερμουάρ και μασούρια στα αντίστοιχα χρώματα και μετά από φωνές και αμφισβητήσεις γούστου ξεκινούσε η μοδίστρα τη δουλειά της που συνήθως γινόταν στην τραπεζαρία μια και χρειαζόταν το μεγάλο τραπέζι για να τοποθετήσει τα πατρόν. Η μεζούρα ήταν περασμένη στο λαιμό της . Το σαπουνάκι για να χαράξει τις γραμμές .. το μαξιλαράκι με τις καρφίτσες και το ψαλίδι δίπλα της έτοιμα για δράση!
Δίχως πολλά λόγια.. δούλευε για να μην καθυστερήσουμε μια και δυο μέρες πληρωμής ήταν δύσκολες για τις τσέπες μας.
Οι πρόβες γινόταν πάνω στην καρέκλα να μπορούμε να κοιτάζουμε τον καθρέφτη του σερβάν.
Τα χέρια της αστραπή για να προλάβει να ράψει τα δικά μας και να ξεκινήσει και των μεγάλων.
Όταν πια τελείωνε και έμεναν μόνο οι οι κουμπότρυπες οι φωνές από τη χαρά μας και το θαυμασμό μας για το αποτέλεσμα ήταν δώρο για την γυναίκα που είχε κουραστεί αλλά είχε πετύχει με το ταλέντο της να δημιουργήσει αυτό που περιμέναμε με τόση αγωνία.
Κι όταν έφευγε, εμείς μαζεύαμε κάτω από το τραπέζι τα κομμάτια από τα υφάσματα που περίσσευαν. Τα ήθελε η γιαγιά που δεν πετούσε τίποτα για …τον κουρελόμπογο….


Ο γαλατάς.
Ο γαλατάς.

Στη δεκαετία του 1950 οι τελευταίοι πλανόδιοι γαλατάδες που διαλαλούσαν το εμπόρευμά τους με τη λέξη «γαλατάς!» ή μόνο την κατάληξη «τας!», μετέφεραν το γάλα σε μεταλλικά κυλινδρικά δοχεία και το μοίραζαν στις γειτονιές χύμα σε οκάδες ή δράμια. Στην αρχή της δεκαετίας του 1960 η διάθεση του γάλακτος άρχισε να γίνεται σε γυάλινες φιάλες που διανέμονταν παστεριωμένο γάλα, κάθε πρωί στις διάφορες γειτονιές με διάφορα μέσα, ποδήλατα ή τρίκυκλες μοτοσικλέτες, όπως συνεχίζεται σήμερα η διάθεση των φιαλών γκαζιού.
Όμως μετά από μια σειρά αγορανομικών διατάξεων στη δεκαετία του 1970 απαγορεύθηκε και ο τρόπος αυτός, της πλανόδιας διάθεσης, προκειμένου να διασφαλισθεί περισσότερο η ποιότητα και η υγειονομική ασφάλεια των προς διάθεση γαλακτοκομικών προϊόντων με περιορισμό τόσο στο χρόνο της διάθεσης, (ημερομηνία λήξης), όσο και από συγκεκριμένα μόνο καταστήματα που είναι εφοδιασμένα με κατάλληλα ψυκτικά μέσα.


Ο Θυρωρός.

- Αχ, κυρία Καλιακούδα μου και σας είπα. Κάντε λίγη δίαιτα! Όχι για σας, αλλά για μένα!

– Αχ, κυρία Καλιακούδα μου και σας είπα. Κάντε λίγη δίαιτα! Όχι για σας, αλλά για μένα!

Ο Θυρωρός ήταν , το πρόσωπο που είχε το καθήκον να βρίσκεται στην είσοδο της πολυκατοικίας ή ενός μεγάλου κτιρίου για να επιτηρεί ποιος μπαίνει σε αυτό ή και να δίνει πληροφορίες στους επισκέπτες καθώς και να έχει τη γενική επίβλεψη του κτηρίου. Ο Θυρωρός σταμάτησε να υπάρχει στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και το μόνο που απέμεινε για να τον θυμόμαστε είναι τα άδεια θυρωρεία στις εισόδους των παλιών πολυκατοικιών και φυσικά η ταινία του Θανάση Βέγγου «Ο Παπατρέχας» όπου κάνει τα πάντα ως θυρωρός προκειμένου να εξοικονομήσει τα προς το ζην αλλά και να παντρέψει τις αδελφές του!


Ο μπακάλης!

Πάω μέχρι το μπακάλικο.

Πάω μέχρι το μπακάλικο.

Για περίπου 30 χρόνια, από την λήξη του Β Παγκοσμίου Πολέμου, μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του `70, την ραχοκοκαλιά του λιανικού εμπορίου, αποτελούσαν αποκλειστικά τα οικογενειακά παντοπωλεία και τα μπακάλικα της γειτονιάς. Περίπου 32.000 μικρά καταστήματα καταγράφονται διάσπαρτα στην επικράτεια της χώρας το 1977, τα οποία εμπορεύονταν τρόφιμα (εκτός από κρέατα & ψάρια), μη αλκοολούχα ποτά και είδη οικιακής χρήσεως ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις συνοδεύονταν και από κάποιο καφενείο ή μια ταβέρνα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s